μωκάομαι

μωκάομαι
V 0-0-1-0-0=1 Jer 28(51),18
to be ridiculed; ἔργα μεμωκημένα works made in mockery, objects of scorn
(→καταμωκάομαι,,)

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • προσεμωκῶντο — πρόσ μωκάομαι mimic imperf ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπομωκᾶσθαι — ἀπό μωκάομαι mimic pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”